Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναπάντεχος < α- στερητικό + απαντέχω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αναπάντεχος, -η, -ο

  1. που δεν περιμέναμε ότι θα έρθει ή θα συμβεί

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία