Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιμένω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική περιμένω (περι- + μένω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pe.ɾiˈme.no/

  ΡήμαΕπεξεργασία

περιμένω

  1. μένω στο ίδιο σημείο μέχρι να έρθει κάποιος ή κάτι
    Περιμένω τους φίλους μου.
    Περιμένω το λεωφορείο.
  2. αναμένω να συμβεί κάτι, κάνω υπομονή
    Περιμένω να τελειώσει η ταινία.
  3. έχω ελπίδες για κάτι, προσδοκώ, ελπίζω
    Περίμενα ότι η εκπομπή θα είχε μεγαλύτερα νούμερα.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία