Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλέον < αρχαία ελληνική πλέον < πλείων, συγκριτικός βαθμός του πολύς

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

πλέον

  1. πια
  2. στο εξής
  3. σε αντίθεση με πριν, με παλιότερα
  4. (λόγιο) (παρωχημένο) περισσότερο, πιο
    Δὲν ἦτον δρόμος πλέον περαστικὸς εἰς ὅλον τὸ χωρίον. Ἀδύνατον νὰ μὴν ἐπερνοῦσε κανεὶς ἀπ᾽ ἐκεῖ ὅστις θὰ ἀνέβαινεν εἰς τὴν ἐπάνω ἐνορίαν ἢ ὅστις θὰ κατέβαινεν εἰς τὴν κάτω. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Της κοκόνας το σπίτι)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία