Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική πλέων πλέων πλέον πλέονες / πλέους πλέονες / πλέους πλέονα / πλέω
Γενική πλέονος πλέονος πλέονος πλεόνων πλεόνων πλεόνων
Δοτική πλέονι πλέονι πλέονι πλέοσι(ν) πλέοσι(ν) πλέοσι(ν)
Αιτιατική πλέονα / πλέω πλέονα / πλέω πλέον / πλέω πλέονας / πλέους πλέονας / πλέους πλέονα / πλέω
Κλητική πλέον πλέον πλέον πλέονες / πλέους πλέονες / πλέους πλέονα / πλέω
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική πλέονε πλέονε
Γενική-Δοτική πλεόνοιν πλεόνοιν

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πλέων


Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική πλέων πλέουσα πλέον πλέοντες πλέουσαι πλέοντα
Γενική πλέοντος πλεούσης πλέοντος πλεόντων πλεουσῶν πλεόντων
Δοτική πλέοντι πλεούσῃ πλέοντι πλέουσι πλεούσαις πλέουσι
Αιτιατική πλέοντα πλέουσαν πλέον πλέοντες πλεούσας πλέοντα
Κλητική πλέων πλέουσα πλέον πλέοντες πλέουσαι πλέοντα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική πλέοντε πλεούσα πλέοντε
Γενική-Δοτική πλεόντοιν πλεούσαιν πλεόντοιν

  ΜετοχήΕπεξεργασία

πλέων αρσενικό, πλέουσα θηλυκό, πλέον ουδέτερο