Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποθέτω < μεσαιωνική ελληνική αποθέτω < αρχαία ελληνική ἀποτίθημι

  ΡήμαΕπεξεργασία

αποθέτω

  1. τοποθετώ κάτι κάτω, στην θέση του ή καταγής
  2. προσφεύγω
    όταν προσβάλλεται το δικαίωμά του, αυτός πρέπει να αποταθεί στην Πολιτεία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία