Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παραθέτω < μεσαιωνική ελληνική παραθέτω < αρχαία ελληνική παρατίθημι < παρά + τίθημι

  ΡήμαΕπεξεργασία

παραθέτω, πρτ.: παρέθετα, στ.μέλλ.: θα παραθέσω, αόρ.: παρέθεσα, παθ.φωνή: παρατίθεμαι, μτχ.π.π.: παρατεθειμένος

  1. βάζω στη σειρά, μιλώντας ή γράφοντας, το ένα δίπλα στο ένα ομοειδή στοιχεία· εκθέτω
    παραθέτω επιχειρήματα
    συνώνυμα: αραδιάζω
  2. (επίσημο) προσφέρω
    παραθέτω γεύμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία