Δείτε επίσης: Κατηγορία:Οροσειρές

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η οροσειρά οι οροσειρές
      γενική της οροσειράς των οροσειρών
    αιτιατική την οροσειρά τις οροσειρές
     κλητική οροσειρά οροσειρές
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οροσειρά < (όρος) ορο- + σειρά, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική mountain range [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /o.ɾo.siˈɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ο‐ρο‐σει‐ρά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οροσειρά θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία