Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Abkürzung 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Abkürzung die Abkürzungen
γενική der Abkürzung der Abkürzungen
δοτική der Abkürzung den Abkürzungen
αιτιατική die Abkürzung die Abkürzungen

Abkürzung (de) θηλυκό

  1. συντομογραφία
  2. παράκαμψη ή συντόμευση διαδρομής

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία