Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

stack (en)

  1. στοίβα
  2. (προγραμματισμός) στοίβα
     συνώνυμα: last in first out με συντομογραφία: LIFO
     αντώνυμα: queue ή first in first out με συντομογραφία: (FIFO)
    δείτε επίσης: Stack (abstract data type) στην αγγλική Βικιπαίδεια
  3. (πληροφορική) συνώνυμο του solution stack, software stack

  ΡήμαΕπεξεργασία

stack (en)

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

(πληροφορική)