Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το στοίβαγμα τα στοιβάγματα
      γενική του στοιβάγματος των στοιβαγμάτων
    αιτιατική το στοίβαγμα τα στοιβάγματα
     κλητική στοίβαγμα στοιβάγματα
όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στοίβαγμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στοίβαγμα ουδέτερο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία