Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαρμάρινος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μαρμάρινος -η -ο

  1. κατασκευασμένος από μάρμαρο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία