Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μάρμαρο τα μάρμαρα
      γενική του μαρμάρου των μαρμάρων
    αιτιατική το μάρμαρο τα μάρμαρα
     κλητική μάρμαρο μάρμαρα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάρμαρο < αρχαία ελληνική μάρμαρον < μαρμαίρω (: λάμπω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈmaɾ.ma.ɾɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
λευκό μάρμαρο

μάρμαρο ουδέτερο

  1. σκληρό κρυσταλλικό πέτρωμα από ασβεστίτη, ποικίλων χρωμάτων, το οποίο χρησιμοποιείται στη γλυπτική, στην κατασκευή μνημείων ή ως διακοσμητικό υλικό στην οικοδομική (επένδυση δαπέδων, τοίχων κλπ.)
    μάρμαρο Πεντέλης
  2. (συνεκδοχικά) προτομή, άγαλμα
  3. αυτός που χαρακτηρίζεται από σκληρότητα και δύναμη ή διαθέτει γενναιότητα
  4. ο πολύ παγωμένος
  5. το μείγμα για σοβάτισμα που περιέχει μαρμαρόσκονη και το τελευταίο στρώμα του σοβά στο οποίο χρησιμοποιείται αυτό το μείγμα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

 συνώνυμα: αποσβολώνομαι

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία