Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαρμαρυγή οι μαρμαρυγές
      γενική της μαρμαρυγής των μαρμαρυγών
    αιτιατική τη μαρμαρυγή τις μαρμαρυγές
     κλητική μαρμαρυγή μαρμαρυγές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαρμαρυγή < αρχαία ελληνική μαρμαρυγή < μαρμαίρω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαρμαρυγή θηλυκό

  1. λάμψη, λαμπύρισμα, ακτινοβολία
  2. (ιατρική) καρδιακή αρρυθμία που εκδηλώνεται με άτακτες συσπάσεις των μυϊκών ινών του μυοκαρδίου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία