Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαρμαρογλύπτης < μάρμαρο + γλύπτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαρμαρογλύπτης αρσενικό

  1. ο γλύπτης που δουλεύει με πρώτη ύλη το μάρμαρο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία