Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καλλιμάρμαρος η καλλιμάρμαρη το καλλιμάρμαρο
      γενική του καλλιμάρμαρου της καλλιμάρμαρης του καλλιμάρμαρου
    αιτιατική τον καλλιμάρμαρο την καλλιμάρμαρη το καλλιμάρμαρο
     κλητική καλλιμάρμαρε καλλιμάρμαρη καλλιμάρμαρο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καλλιμάρμαροι οι καλλιμάρμαρες τα καλλιμάρμαρα
      γενική των καλλιμάρμαρων των καλλιμάρμαρων των καλλιμάρμαρων
    αιτιατική τους καλλιμάρμαρους τις καλλιμάρμαρες τα καλλιμάρμαρα
     κλητική καλλιμάρμαροι καλλιμάρμαρες καλλιμάρμαρα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλλιμάρμαρος < καλλι- + μάρμαρ(ο) + -ος [1]

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καλλιμάρμαρος, -η, -ο

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία