Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλλι- < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική καλλι- < καλός (όμορφος).[1] Δείτε και το μεσαιωνικό καλλι-

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

καλλι- ή καλλί-

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλλι- < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καλλι- < καλός (όμορφος)

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

καλλι- ή καλλί-

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλλι- < παράλληλος τύπος του καλός (όμορφος)

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

καλλι- ή καλλί-

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία