Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μαρκαδόρος οι μαρκαδόροι
      γενική του μαρκαδόρου των μαρκαδόρων
    αιτιατική τον μαρκαδόρο τους μαρκαδόρους
     κλητική μαρκαδόρε μαρκαδόροι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαρκαδόρος < ισπανική marcador < marcar + -dor < ιταλική marcare < marca < πρωτογερμανική *markō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *marǵ- (άκρη, σύνορο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαρκαδόρος αρσενικό

  1. είδος στυλογράφου που έχει υγρό μελάνι και η άκρη γραφής του αποτελείται από μαλακό απορροφητικό υλικό
  2. υπάλληλος που είναι υπεύθυνος για τις μάρκες
  3. ειδικός αυτόματος μηχανισμός που καταγράφει τις στροφές


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία