Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

feutre (fr) αρσενικό

  1. κετσές
  2. μαρκαδόρος
    Le stylo-feutre, le feutre, ο μαρκαδόρος.