Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κετσές οι κετσέδες
      γενική του κετσέ των κετσέδων
    αιτιατική τον κετσέ τους κετσέδες
     κλητική κετσέ κετσέδες
όπως «καφές» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κετσές < (άμεσο δάνειο) τουρκική keçe +

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ceˈt͡ses/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κετσές αρσενικό

  1. είδος σκληρού μάλλινου υφάσματος, τσόχα που παράγεται από μαλλί που αναμιγνύεται και δουλεύεται με νερό (χωρίς να υφανθεί), πίλημα, μαλλί πατημένο
    Επαγγελματικός πεπιεσμένος κετσές για αυτοκίνητο, από ηχομονωτικό θερμομονωτικό υλικό
    Συνδυάστε το χαµάµ σας με την παραδοσιακή μέθοδο απολέπισης µε κετσέ
    Χονδρός λειαντικός κετσές για εργασίες καθαρισμού
    Σβουράκια λείανσης κετσές (non-woven) με άξονα
    Όταν έπεσα με τη μηχανή, σκοτεινιά τυλίχτηκε γύρω μου σαν χοντρός κετσές
  2. (μεταφορικά) αναφέρεται σε κάτι που ενώ θα έπρεπε να είναι λείο, γίνεται σκληρό / άγριο / πυκνό («σαν κετσές»)
    Τα μακριά μαλλιά της, που δεν τα χτένιζε ποτέ, είχαν γίνει σαν κετσές από αναρίθμητες χοντρές πλεξούδες που ήταν αδύνατο να ξεμπλέξεις
    Tο παντελονάκι από το αλάτι και τη θάλασσα ήταν σαν κετσές και στεκόταν σαν ξύλινο από την αλμύρα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία