Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μαυροπίνακας οι μαυροπίνακες
      γενική του μαυροπίνακα των μαυροπινάκων
    αιτιατική τον μαυροπίνακα τους μαυροπίνακες
     κλητική μαυροπίνακα μαυροπίνακες
Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαυροπίνακας < μαυρο- + πίνακας < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική tableau noir
Η λέξη μαρτυρείται από το 1838[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ma.vɾoˈpi.na.kas/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαυροπίνακας αρσενικό

  1. ξύλινος πίνακας, βαμμένος στη μία όψη του με μαύρο χρώμα, που επιτρέπει να γραφεί κάτι πάνω του με κιμωλία και χρησιμοποιείται ιδίως στις σχολικές αίθουσες
  2. (παλιά) μαύρος πίνακας, όπου οι καταστηματάρχες σημείωναν όσα τους όφειλαν οι πελάτες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Α΄ έκδοση: 1998)