Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πίναξ αρσενικό


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πίναξ πίνακε πίνακες
Γενική πίνακος πινάκοιν πινάκων
Δοτική πίνακι πινάκοιν πίναξι(ν)
Αιτιατική πίνακα πίνακε πίνακας
Κλητική πίναξ πίνακε πίνακες

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πίναξ (ῐ, -ᾰκος) αρσενικό

  1. σανίδα
  2. πινακίδα
  3. πίνακας
  4. (πληθυντικός) κατάλογοι συγγραφέων