Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πινάκιο τα πινάκια
      γενική του πινακίου
πινάκιου
των πινακίων
    αιτιατική το πινάκιο τα πινάκια
     κλητική πινάκιο πινάκια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πινάκιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πινάκιον[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /piˈna.ci.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πι‐νά‐κι‐ο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πινάκιο ουδέτερο

  1. μικρός πίνακας
  2. (κουζινικά) επιτραπέζιο σκεύος, συνήθως πήλινο, που χρησιμοποιείται στο σερβίρισμα φαγητού, το πιάτο
  3. (νομικός όρος) το βιβλίο με αριθμημένες και μονογραμμένες από τον προϊστάμενο του δικαστηρίου σελίδες στο οποίο εγγράφονται με τη σειρά οι υποθέσεις που εκδικάζονται στο ακροατήριο σε μία δικάσιμο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία