Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πινάκιο τα πινάκια
      γενική του πινακίου
πινάκιου
των πινακίων
    αιτιατική το πινάκιο τα πινάκια
     κλητική πινάκιο πινάκια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πινάκιο < υποκοριστικό του πίνακας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πινάκιο ουδέτερο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία