Αγγλικά (en) Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
painting paintings

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

painting (en) θηλυκό

  1. η ζωγραφιά
  2. (μη μετρήσιμο) η ζωγραφική