Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈʃʧ̑ɛ̃w̃ɕʨ̑ɛ/
szczęście 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

szczęście (pl) ουδέτερο

  1. η τύχη
  2. η ευτυχία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία