Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Glück 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Glück (de) ουδέτερο

  1. η τύχη
    er hat Glück - έχει τύχη/είναι τυχερός
  2. η ευτυχία