↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τρισευτυχισμένος η τρισευτυχισμένη το τρισευτυχισμένο
      γενική του τρισευτυχισμένου της τρισευτυχισμένης του τρισευτυχισμένου
    αιτιατική τον τρισευτυχισμένο την τρισευτυχισμένη το τρισευτυχισμένο
     κλητική τρισευτυχισμένε τρισευτυχισμένη τρισευτυχισμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τρισευτυχισμένοι οι τρισευτυχισμένες τα τρισευτυχισμένα
      γενική των τρισευτυχισμένων των τρισευτυχισμένων των τρισευτυχισμένων
    αιτιατική τους τρισευτυχισμένους τις τρισευτυχισμένες τα τρισευτυχισμένα
     κλητική τρισευτυχισμένοι τρισευτυχισμένες τρισευτυχισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
τρισευτυχισμένος < τρις + ευτυχισμένος

τρισευτυχισμένος, -η, -ο

  Μεταφράσεις

επεξεργασία