Arrows blue.png Δείτε επίσης: Μακάριος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακάριος < αρχαία ελληνική μακάριος και μάκαρ

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μακάριος, -α, -ο

  1. ο ευτυχισμένος, που δεν έχει βάσανα και έγνοιες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μακάριος -ία -ιον

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία