Δείτε επίσης: Μακάριος

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μακάριος η μακάρια το μακάριο
      γενική του μακάριου της μακάριας του μακάριου
    αιτιατική τον μακάριο τη μακάρια το μακάριο
     κλητική μακάριε μακάρια μακάριο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μακάριοι οι μακάριες τα μακάρια
      γενική των μακάριων των μακάριων των μακάριων
    αιτιατική τους μακάριους τις μακάριες τα μακάρια
     κλητική μακάριοι μακάριες μακάρια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακάριος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μακάριος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /maˈka.ɾi.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μα‐κά‐ρι‐ος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μακάριος, -α, -ο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
μᾰκᾰριο-
ονομαστική μακάριος μακαρί τὸ μακάριον
      γενική τοῦ μακαρίου τῆς μακαρίᾱς τοῦ μακαρίου
      δοτική τῷ μακαρί τῇ μακαρί τῷ μακαρί
    αιτιατική τὸν μακάριον τὴν μακαρίᾱν τὸ μακάριον
     κλητική ! μακάριε μακαρί μακάριον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ μακάριοι αἱ μακάριαι τὰ μακάρι
      γενική τῶν μακαρίων τῶν μακαρίων τῶν μακαρίων
      δοτική τοῖς μακαρίοις ταῖς μακαρίαις τοῖς μακαρίοις
    αιτιατική τοὺς μακαρίους τὰς μακαρίᾱς τὰ μακάρι
     κλητική ! μακάριοι μακάριαι μακάρι
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ μακαρίω τὼ μακαρί τὼ μακαρίω
      γεν-δοτ τοῖν μακαρίοιν τοῖν μακαρίαιν τοῖν μακαρίοιν
Σπανιότερα ως δικατάληκτο σε -ος, -ος, -ον.
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λόγιος' όπως «λόγιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μακάριος, -ία, -ιον, συγκριτικός:μακαριώτερος, υπερθετικός: μακαριώτατος

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία