Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακαρίζω < αρχαία ελληνική μακαρίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

μακαρίζω, παθητικό μακαρίζομαι

  1. καλοτυχίζω, θεωρώ κάποιον μακάριο, καλότυχο
    όλοι τον μακαρίζουν για τα καλά παιδιά του

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία