Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακαρίτης < από το ουδέτερο μακαρίτικο < αρχαία ελληνική μάκαρ

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μακαρίτης αρσενικό, μακαρίτισσα θηλυκό (πληθυντικός μακαρίτες αρσενικό, μακαρίτισσες θηλυκό).

  1. χαρακτηρισμός για αποβιώσαντες
    Να σ' άκουγε τώρα ο μακαρίτης ο πατέρας σου, θα έσκαγε από το θυμό του!

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • στις εννιά του μακαρίτη (άλλος μπήκε/μπαίνει μες' στο σπίτι)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία