Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φωνήεις < φωνή

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φωνήεις, εσσα, εν (& συνηρημένο φωνῆς- ῆντος και δωρικός τύποςφωνάεις)

  1. προικισμένος με λόγο, φωνή
    φασὶ γάρ, ὅτε φωνήεντα ἦν τὰ ζῷα, τὴν οἶν πρὸς τὸν δεσπότην εἰπεῖν: θαυμαστὸν ποιεῖς, ὃς ἡμῖν μὲν ταῖς καὶ ἔριά σοι καὶ ἄρνας καὶ τυρὸν παρεχούσαις οὐδὲν δίδως ὅ τι ἂν μὴ ἐκ τῆς γῆς λάβωμεν, τῷ δὲ κυνί, ὃς οὐδὲν τοιοῦτόν σοι παρέχει, μεταδίδως οὗπερ αὐτὸς ἔχεις σίτου (λένε πως όταν τα ζώα μπορουσαν να μιλήσουν, είπε η προβατίνα στο αφεντικό της, εμάς μας ταϊζεις με ό,τι έτσι κι αλλιώς θα τρώγαμε μόνα μας από τη γη ενώ σου δίνουμε και μαλλί και τυρί και αρνάκια, στο δε σκύλο που δεν σου δίνει τίποτα από αυτά, του δίνεις να φάει από το δικό σου σιτάρι)
  2. ήχος μουσικός ή φωνής ανθρώπων
    θέατρα ἐξ ἀφώνων φωνήεντ᾽ ἐγένοντο