Δείτε επίσης: ΙΧΘΥΣ, ιχθύς, ἰχθῦς

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ἰχθῠ- (σε τρισύλλαβα) ἰχθῡ- (σε δισύλλαβα)
ονομαστική ἰχθύς οἱ ἰχθύες
      γενική τοῦ ἰχθύος τῶν ἰχθύων
      δοτική τῷ ἰχθύῐ̈ τοῖς ἰχθύσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν ἰχθύν τοὺς ἰχθῦς
ἰχθύας
     κλητική ! ἰχθύ ἰχθύες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἰχθύε
γεν-δοτ τοῖν  ἰχθύοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'ἰχθύς' όπως «ἰχθύς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἰχθύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰǵʰu- (ἰχθύς)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἰχθύς αρσενικό

  1. (ιχθυολογία) ψάρι
  2. (μεταφορικά) ανόητος
  3. (πληθυντικός) ἰχθύες:
    1. ψαραγορά
    2. (αστερισμός) ο αστερισμός Ιχθύες

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και

  ΠηγέςΕπεξεργασία