Άνοιγμα κυρίου μενού
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ΙΧΘΥΣ, ἰχθύς, Ιχθείς

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιχθύς ιχθύες
γενική ιχθύος ιχθύων
αιτιατική ιχθύ ιχθύς
κλητική ιχθύ ιχθύες
Δείτε και τον πληθυντικό Ιχθείς

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιχθύς < αρχαία ελληνική ἰχθύς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dʰǵʰu-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιχθύς αρσενικό

  1. (λόγιο) ψάρι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Ιχθύς αρσενικό ή θηλυκό

  1. κάποιος που γεννήθηκε στον αστερισμό των Ιχθύων

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία