Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ιχθυόκολλα οι ιχθυόκολλες
      γενική της ιχθυόκολλας των ιχθυοκολλών
    αιτιατική την ιχθυόκολλα τις ιχθυόκολλες
     κλητική ιχθυόκολλα ιχθυόκολλες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιχθυόκολλα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιχθυόκολλα θηλυκό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία