Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κόλλα οι κόλλες
      γενική της κόλλας των κολλών
    αιτιατική την κόλλα τις κόλλες
     κλητική κόλλα κόλλες
Παράρτημα

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

κόλλα < αρχαία ελληνική κόλλα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkɔ.la/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κόλλα θηλυκό

  1. παχύρρευστη ουσία που χρησιμοποιείται για να κολλήσουν στέρεα μεταξύ τους δύο σώματα
     συνώνυμα: γόμα
  2. ένα φύλλο χαρτιού για γράψιμο
    • κόλλα αναφοράς
    • θα σε τυλίξω σε μια κόλλα χαρτί: (απειλή) θα σου κάνω αγωγή ή αναφορά στους ανωτέρους σου και θα έχεις προβλήματα
  3. το χαρτί (κυπριακά)
  4. (παρωχημένο) ουσία, συνήθως μίγμα νερού με αλεύρι ή ζάχαρη, που χρησιμοποιείται για να παραμείνει σκληρό και σιδερωμένο το τμήμα ή ολόκληρο το ρούχο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

κόλλα < κόλλο (αναφερόμενο και κόλο) < ιταλική collo (πακέτο)

  Κλιτικός τύπος κυρίου ονόματοςΕπεξεργασία

κόλλα ουδέτερο (και κόλα)

  • ουδέτερο του κόλλο, στην ονομαστική και την αιτιατική του πληθυντικού, συνήθως χρησιμοποιείται στον πληθυντικό και σημαίνει πακέτα
    ※  ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΕΣ ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΕΣ, ΑΠΟΘΗΚΗΣ ΑΠΛΕΣ: Εάν το βάρος του κάθε κόλλου ξεπερνά τα 50 Kg , τότε διαιρούμε το συνολικό βάρος του εμπορεύματος με το 50 και ευρίσκουμε τα κόλλα που θα χρεώσουμε ([1])

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόλλα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κόλλα θηλυκό (της κόλλης, την κόλλην)

  • γενική ονομασία για παχύρρευστα υγρά που έχουν την ιδιότητα να ενώνουν μόνιμα δύο αντικείμενα
    ※  ἐστιν ἔργον τοῦ Χίου, σιδήρου κόλλησιν ἀνδρὸς εὑρόντος· ἔλασμα δὲ ἕκαστον τοῦ ὑποθήματος ἐλάσματι ἄλλῳ προσεχὲς οὐ περόναις ἐστὶν ἢ κέντροις, μόνη δὲ ἡ κόλλα συνέχει τε καὶ ἔστιν αὕτη τῷ σιδήρῳ δεσμός (Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησης 10.16.1)
    ※  ὁ δὲ πτερὰ κατασκευάσας ἑαυτῷ καὶ τῷ παιδὶ ἀναπτάντι ἐνετείλατο μήτε εἰς ὕψος πέτεσθαι, μὴ τακείσης τῆς κόλλης ὑπὸ τοῦ ἡλίου αἱ πτέρυγες λυθῶσι, μήτε ἐγγὺς θαλάσσης, ἵνα μὴ τὰ πτερὰ ὑπὸ τῆς νοτίδος λυθῇ. Ἴκαρος δὲ ἀμελήσας τῶν τοῦ πατρὸς ἐντολῶν ψυχαγωγούμενος ἀεὶ μετέωρος ἐφέρετο· τακείσης δὲ τῆς κόλλης πεσὼν εἰς τὴν ἀπʼ ἐκείνου κληθεῖσαν Ἰκαρίαν θάλασσαν ἀπέθανε. (Επιτομή Απολλοδώρου)

  ΠηγέςΕπεξεργασία