Ετυμολογία

επεξεργασία
προσκολλώμαι < → δείτε τη λέξη προσκολλώ

προσκολλώμαι & προσκολλιέμαι

  1. κολλώ πάνω σε κάτι, σταθεροποιούμαι πάνω σε κάτι
     συνώνυμα: κολλώ
  2. (μεταφορικά) προσηλώνομαι σε κάτι, αφοσιώνομαι σε κάποιον ή σε κάτι

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία