Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

attach < μέση αγγλική, σημασία: κατάσχω] ως νόμιμη εξουσία < παλαιά γαλλική atachier και estachier (προσδένω, σταθεροποιώ) < κοινή γερμανική ρίζα με το stake· Συγκρίνετε με το attack

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /əˈtætʃ/
 

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας attach
γ΄ ενικό ενεστώτα attaches
αόριστος attached
παθητική μετοχή attached
ενεργητική μετοχή attaching

attach (en)

  1. (μεταβατικό) προσκολλώ, συνδέω, ενώνω, τοποθετώ, βάζω
     συνώνυμα: connect, annex, affix, unite
     αντώνυμα: detach, disconnect, unfasten, disengage, seperate
  2. επισυνάπτω
    Don't forget to attach your photos to the email!
    Μην ξεχάσεις να επισυνάψεις τις φωτογραφίες σου στο ημέιλ!
  3. αποδίδω ιδιότητα (θεωρώ - ερμηνεύω κάπως μία ιδιότητα αντικειμένου)
  4. (παρωχημένο, νομικός όρος) συλλαμβάνω
     συνώνυμα: arrest

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία