Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κολλητός η κολλητή το κολλητό
      γενική του κολλητού της κολλητής του κολλητού
    αιτιατική τον κολλητό την κολλητή το κολλητό
     κλητική κολλητέ κολλητή κολλητό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κολλητοί οι κολλητές τα κολλητά
      γενική των κολλητών των κολλητών των κολλητών
    αιτιατική τους κολλητούς τις κολλητές τα κολλητά
     κλητική κολλητοί κολλητές κολλητά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κολλητός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κολλητός.[1] < κολλάω, κολλη- + -τός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κολλητός

  1. πολύ κοντινός
  2. εφαρμοστός, πολύ στενός (για ρούχα)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κολλητός αρσενικό (θηλυκό κολλητή)

  • πολύ στενός φίλος
    χτες πήγαμε και τα ήπιαμε με τον κολλητό μου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική κολλητός κολλητή τὸ κολλητόν
      γενική τοῦ κολλητοῦ τῆς κολλητῆς τοῦ κολλητοῦ
      δοτική τῷ κολλητ τῇ κολλητ τῷ κολλητ
    αιτιατική τὸν κολλητόν τὴν κολλητήν τὸ κολλητόν
     κλητική ! κολλητέ κολλητή κολλητόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ κολλητοί αἱ κολληταί τὰ κολλητᾰ́
      γενική τῶν κολλητῶν τῶν κολλητῶν τῶν κολλητῶν
      δοτική τοῖς κολλητοῖς ταῖς κολληταῖς τοῖς κολλητοῖς
    αιτιατική τοὺς κολλητούς τὰς κολλητᾱ́ς τὰ κολλητᾰ́
     κλητική ! κολλητοί κολληταί κολλητᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ κολλητώ τὼ κολλητᾱ́ τὼ κολλητώ
      γεν-δοτ τοῖν κολλητοῖν τοῖν κολληταῖν τοῖν κολλητοῖν
2η κλίση, Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κολλητός, ήδη ομηρικό < κολλάω, κολλη- + -τός

※  8ος αιώνας πΚΕ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 23 (ψ. Ὀδυσσέως ὑπὸ Πηνελόπης ἀναγνωρισμός.), στίχ. 194, Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 21 (φ. Τόξου θέσις.), στίχ. 164

  ΠηγέςΕπεξεργασία