Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κολλητός κολλητή κολλητό
γενική κολλητού κολλητής κολλητού
αιτιατική κολλητό κολλητή κολλητό
κλητική κολλητέ κολλητή κολλητό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κολλητοί κολλητές κολλητά
γενική κολλητών κολλητών κολλητών
αιτιατική κολλητούς κολλητές κολλητά
κλητική κολλητοί κολλητές κολλητά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κολλητός < κολλώ + -τός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κολλητός

  1. πολύ κοντινός
  2. εφαρμοστός, πολύ στενός (για ρούχα)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κολλητός αρσενικό, κολλητή θηλυκό

χτες πήγαμε και τα ήπιαμε με τον κολλητό μου


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία