Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δερματόκολλα οι δερματόκολλες
      γενική της δερματόκολλας
    αιτιατική τη δερματόκολλα τις δερματόκολλες
     κλητική δερματόκολλα δερματόκολλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δερματόκολλα < δέρμα + -ο- + κόλλα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δερματόκολλα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία