Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ξυλόκολλα οι ξυλόκολλες
      γενική της ξυλόκολλας
    αιτιατική την ξυλόκολλα τις ξυλόκολλες
     κλητική ξυλόκολλα ξυλόκολλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξυλόκολλα < ξύλο + κόλλα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξυλόκολλα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία