Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

paper < παλαιά γαλλική papier < λατινική papyrus < αρχαία ελληνική πάπυρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

paper (en)

  • χαρτί
  • εφημερίδα
  • επιστημονική εργασία, συνήθως εργασία που έχει περάσει από αξιολόγηση πριν την δημοσίευσή της

The calculations in this newly published paper make it clear that the conjecture is false.

Οι υπολογισμοί σε αυτή την νεοδημοσιευμένη εργασία καθιστούν σαφές ότι η εικασία είναι εσφαλμένη.



Βασκικά (eu) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

paper (eu)



Καταλανικά (ca) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

paper (ca)