Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ἀνδριᾰντ-
ονομαστική ἀνδριάς οἱ ἀνδριάντες
      γενική τοῦ ἀνδριάντος τῶν ἀνδριάντων
      δοτική τῷ ἀνδριάντ τοῖς ἀνδριάσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν ἀνδριάντ τοὺς ἀνδριάντᾰς
     κλητική ! ἀνδριάς ἀνδριάντες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀνδριάντε
γεν-δοτ τοῖν  ἀνδριάντοιν
Και αττικός τύπος ἀνδριᾶντος
3η κλίση, Κατηγορία 'ἱμάς' όπως «ἱμάς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀνδριάς < ἀνδρίον, υποκοριστικό του ἀνήρ (γενική ἀνδρός). Ήδη τύπος οργανικής πληθυντικού στη μυκηναϊκή 𐀀𐀇𐀪𐀊𐀠 (a-di-ri-ja-pi *ἀνδριᾱφι).[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀνδριάς αρσενικό

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία