Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική χαρίεις χαρίεσσα χαρίεν χαρίεντες χαρίεσσαι χαρίεντα
Γενική χαρίεντος χαριέσσης χαρίεντος χαριέντων χαριεσσῶν χαριέντων
Δοτική χαρίεντι χαριέσσῃ χαρίεντι χαρίεσι(ν) χαριέσσαις χαρίεσι(ν)
Αιτιατική χαρίεντα χαρίεσσαν χαρίεν χαρίεντας χαριέσσας χαρίεντα
Κλητική χαρίεις χαρίεσσα χαρίεν χαρίεντες χαρίεσσαι χαρίεντα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική χαρίεντε χαριέσσα
Γενική-Δοτική χαριέντοιν χαριέσσαιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαρίεις < χάρις + -εις

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χαρίεις, -ίεσσα, -ίεν

  1. γεμάτος χάρη, χαριτωμένος
  2. όμορφος
  3. θελκτικός
  4. ευφυής
  5. ευχάριστος
  6. κομψός

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία