Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χάρη οι χάρες
      γενική της χάρης
& χάριτος
των χαρών
    αιτιατική τη χάρη τις χάρες
     κλητική χάρη χάρες
Ο τύπος χάριτος, λόγιος
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χάρη < αρχαία ελληνική χάρις με μεταπλασμό σε . Δείτε και χάρις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈxa.ɾi/
συλλαβισμός: χά‐ρη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χάρη θηλυκό

  1. η ιδιότητα του κομψού και χαριτωμένου
  2. η εύνοια (ιδίως του Θεού)
    η Θεία Χάρη
  3. το χάρισμα, η έμφυτη ικανότητα (που έχει δοθεί από τη Θεία Χάρη)
    ※  Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη (Γιώργος Σεφέρης)
  4. ενέργεια που γίνεται από καλή διάθεση και αποσκοπεί στο να βοηθήσει κάποιον
    κάνε μου μια χάρη, βοήθησέ με στα μαθηματικά
  5. η απαλλαγή από την υποχρέωση έκτισης μιας ποινής ή η ματαίωση της εκτέλεσης της θανατικής ποινής με ειδική απόφαση του ανώτατου άρχοντα
    ο Κυβερνήτης της Πολιτείας έδωσε χάρη στον μελλοθάνατο

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • για κάνε μου/μας τη χάρη: σταμάτα να μας εκνευρίζεις
  • περίοδος χάριτος: χρονικό διάστημα που δίνεται σε κάποιον για να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του χωρίς εξωτερική πίεση· ειδικότερα, διάστημα κατά το οποίο ένας χρεοφειλέτης δεν υποχρεώνεται στην καταβολή κάποιου ποσού

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία