Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μανιώδης μανιώδης μανιώδες
γενική μανιώδους μανιώδους μανιώδους
αιτιατική μανιώδη μανιώδη μανιώδες
κλητική μανιώδη(ς) μανιώδης μανιώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μανιώδεις μανιώδεις μανιώδη
γενική μανιωδών μανιωδών μανιωδών
αιτιατική μανιώδεις μανιώδεις μανιώδη
κλητική μανιώδεις μανιώδεις μανιώδη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μανιώδης < αρχαία ελληνική μανιώδης

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μανιώδης -ης, -ες

  1. που έχει μια συνήθεια σε πολύ μεγάλο βαθμό, που έχει μανία με κάτι
    μανιώδης καπνιστής, μανιώδης συλλέκτης γραμματοσήμων, μανιώδης με την καθαριότητα
  2. κάτι που γίνεται με υπερβολικό πάθος ή συχνότητα, μανιωδώς
    μανιώδες κάπνισμα / με μανιώδη τρόπο / μανιώδης ενασχόληση με τους υπολογιστές

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ μανιώδης τὸ μανιῶδες οἱ, αἱ μανιώδεις τὰ μανιώδη
Γενική τοῦ, τῆς μανιώδους τοῦ μανιώδους τῶν μανιωδῶν τῶν μανιωδῶν
Δοτική τῷ, τῇ μανιώδει τῷ μανιώδει τοῖς, ταῖς μανιώδεσι(ν) τοῖς μανιώδεσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν μανιώδη τὸ μανιῶδες τοὺς, τὰς μανιώδεις τὰ μανιώδη
Κλητική μανιῶδες μανιῶδες μανιώδεις μανιώδη
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική μανιώδει
Γενική-Δοτική μανιώδοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μανιώδης < μανία + εἶδος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μανιώδης αρσενικό και θηλυκό, το μανιῶδες ουδέτερο

  1. τρελός, παράλογος, ξέφρενος, ανέλπιδος
    • ...καὶ τοῦ Κλέωνος καίπερ μανιώδης οὖσα ἡ ὑπόσχεσις, ἀπέβη: ἐντὸς γὰρ εἴκοσιν ἡμερῶν ἤγαγε τοὺς ἄνδρας, ὥσπερ ὑπέστη. (και η υπόσχεση του Κλέωνος αν και παράλογη, τελικά τηρήθηκε: μέσα σε είκοσι μέρες έφερε τους άνδρες όπως είχε τοποθετηθεί ότι θα έπραττε)
  2. που προκαλεί τρέλα