↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο -ώδης η -ώδης το -ώδες
      γενική του -ώδους της -ώδους του -ώδους
    αιτιατική τον -ώδη τη(ν) -ώδη το -ώδες
     κλητική -ώδη(ς) -ώδης -ώδες
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι -ώδεις οι -ώδεις τα -ώδη
      γενική των -ωδών των -ωδών των -ωδών
    αιτιατική τους -ώδεις τις -ώδεις τα -ώδη
     κλητική -ώδεις -ώδεις -ώδη
Κατηγορία όπως «μανιώδης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈo.ðis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: -ώ‐δης

  Επίθημα

επεξεργασία

-ώδης, -ης, -ες

  1. (λόγιο) παραγωγική κατάληξη επιθέτων που φανερώνουν οσμή
    ευώδης, δυσώδης
  2. παραγωγική κατάληξη επιθέτων που φανερώνουν ομοιότητα ή ιδιότητα και συχνά αφθονία ή πλησμονή
    λοιμώδης, φρικώδης, αφρώδης, ελώδης, χαώδης, ακανθώδης
  3. και μειωτικό
    παδιαριώδης

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. -ώδης - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  • -ώδηςΧαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)



  Ετυμολογία

επεξεργασία

  Επίθημα

επεξεργασία

-ώδης, -ης, -ες



→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία

επεξεργασία

  Επίθημα

επεξεργασία

-ώδης, -ης, -ες

  1. (αρχικά) παραγωγική κατάληξη επιθέτων που φανέρωνων οσμή
    εὐώδης, δυσώδης
  2. και επέκταση σε επίθετα, με σημασία ιδιότητα ή μορφή όπως δηλώνεται στο πρώτο συνθετικό
    λαβυρινθώδης

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.