Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ώδης -ώδες

  1. παραγωγική κατάληξη επιθέτων που φανερώνουν οσμή
    ευώδης, δυσώδης
  2. παραγωγική κατάληξη επιθέτων που φανερώνουν ομοιότητα ή ιδιότητα και συχνά αφθονία ή πλησμονή
    λοιμώδης, φρικώδης, λιπώδης, μανιώδης, υποτυπώδης, οστεώδης, αφρώδης, ελώδης, χαώδης, ακανθώδης, ζωώδης, τυρφώδης, μυκητώδης

λεξιλόγιο, λέξεις με κατάληξη -ώδης, -ώδεςΕπεξεργασία