Δείτε επίσης: ἀκανθώδης

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ακανθώδης η ακανθώδης το ακανθώδες
      γενική του ακανθώδους της ακανθώδους του ακανθώδους
    αιτιατική τον ακανθώδη την ακανθώδη το ακανθώδες
     κλητική ακανθώδη(ς) ακανθώδης ακανθώδες
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ακανθώδεις οι ακανθώδεις τα ακανθώδη
      γενική των ακανθωδών των ακανθωδών των ακανθωδών
    αιτιατική τους ακανθώδεις τις ακανθώδεις τα ακανθώδη
     κλητική ακανθώδεις ακανθώδεις ακανθώδη
Κατηγορία όπως «ελώδης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακανθώδης < αρχαία ελληνική ἀκανθώδης < ἄκανθα < ἀκή (3. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική épineux) + -ώδης

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.kanˈθo.ðis/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ακανθώδης -ης -ες

  1. (λόγιο) που έχει αγκάθια
     συνώνυμα: αγκαθωτός, αγκάθινος, αγκαθερός
    ακανθώδης θάμνος
  2. που μοιάζει με αγκάθι
    οι ακανθώδεις αποφύσεις των οσφυϊκών σπονδύλων
  3. (μεταφορικά) που είναι δύσκολος στην αντιμετώπισή του
     συνώνυμα: δυσεπίλυτος, δύσκολος, περίπλοκος
    το ασφαλιστικό είναι ένα ακανθώδες ζήτημα για κάθε κυβέρνηση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία