Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική χαώδης χαώδης χαώδες
γενική χαώδους χαώδους χαώδους
αιτιατική χαώδη χαώδη χαώδες
κλητική χαώδη(ς) χαώδης χαώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χαώδεις χαώδεις χαώδη
γενική χαωδών χαωδών χαωδών
αιτιατική χαώδεις χαώδεις χαώδη
κλητική χαώδεις χαώδεις χαώδη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαώδης < χάος + -ώδης

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /xaˈo.ðis/ αρσενικό ή θηλυκό
ΔΦΑ : /xaˈo.ðes/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χαώδης, -ης, -ες

  1. που δεν έχει τάξη, οργάνωση ή σαφήνεια
     συνώνυμα: ασαφής, μπερδεμένος, χαοτικός
     αντώνυμα: ξεκάθαρος, οργανωμένος, σαφής, τακτικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία