Δείτε επίσης: Χάος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χάος τα χάη
      γενική του χάους των (χαών)
    αιτιατική το χάος τα χάη
     κλητική χάος χάη
Και ποιητικός πληθυντικός «τα χάη».
όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χάος < αρχαία ελληνική χάος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χάος ουδέτερο, μόνο στον ενικό

  1. το άπειρο διάστημα
  2. (μεταφορικά) ακαταστασία, η ανοργανωσιά
    μπαινες στο δωμάτιο του αγοριού και αντίκρυζες το χάος: κάλτσες, σώβρακα, βιβλία στο πάτωμα, άστρωτο κρεβάτι...
  3. (αστρονομία) Chaos 19521, αστεροειδής
  4. δείτε τη λέξη Χάος

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «χάη» - Συμφραστικός Πίνακας για Μείζοντες Έλληνες Ποιητές στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας πρόσβαση:2020.08.16.



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική χάος χάει χάη
Γενική χάους χαοῖν χαῶν
Δοτική χάει χαοῖν χάεσι(ν)
Αιτιατική χάος χάει χάη
Κλητική χάος χάει χάη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χάος < αβέβαιης ετυμολογίας πιθανόν χάϊος και χαός (στην αρχαιότητα ο αγαθός, ο ανώτερος, ο από πάνω)χαίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χάος ουδέτερο (γενική: χάεος και χάους)

  1. το διάστημα, η άμορφη ύλη
  2. η ατμόσφαιρα
  3. το υποχθόνιο σκοτάδι
  4. μεγάλο χάσμα, άβυσσος

  ΠηγέςΕπεξεργασία