Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ακαταστασία οι ακαταστασίες
      γενική της ακαταστασίας των ακαταστασιών
    αιτιατική την ακαταστασία τις ακαταστασίες
     κλητική ακαταστασία ακαταστασίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακαταστασία < ελληνιστική κοινή ἀκαταστασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ακαταστασία θηλυκό

  • έλλειψη τάξης, ακανόνιστες ενέργειες, έλλειψη ρυθμού

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία