Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χαοτικός η χαοτική το χαοτικό
      γενική του χαοτικού της χαοτικής του χαοτικού
    αιτιατική τον χαοτικό τη χαοτική το χαοτικό
     κλητική χαοτικέ χαοτική χαοτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χαοτικοί οι χαοτικές τα χαοτικά
      γενική των χαοτικών των χαοτικών των χαοτικών
    αιτιατική τους χαοτικούς τις χαοτικές τα χαοτικά
     κλητική χαοτικοί χαοτικές χαοτικά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαοτικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χαοτικός


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

χάος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

απειροσύνθετοςΕπεξεργασία
άτακτοςΕπεξεργασία
συμπεριφορικά ασταθήςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία